nav-left cat-right
cat-right

Θανάσης Πολλάτος (Μάγμα)

Ο Θανάσης Πολλάτος είναι μέλος της πολιτικής  ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα και συντάκτης του περιοδικού Μάγμα. Η παρακάτω κριτική δημοσιεύτηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού, τον Μάιο του 2009.

Λέει ο Τριαρίδης: όλες οι λέξεις που γράφονται με κεφαλαίο το πρώτο τους γράμμα είναι το σύμβολο ενός επερχόμενου ολοκληρωτισμού, ενός αιμόφυρτου τοπίου, μιας σφαγής, ενός «κόψε-κόψε». Όπου ακούτε Έθνη, Θεούς, Λαούς, Ιστορίες, Μέλλοντα, Αγάπες, Δημοκρατίες, Αυτονομίες, Ανθρωπισμούς (λέω εγώ) να κρατάτε μικρό καλάθι, αλλά μεγάλο τσεκούρι –θα σας χρειαστεί.  «Κάθε παντιέρα είναι μια σβάστικα». Μαυροκόκκινες, με αγκυλωτούς σταυρούς, με σφυροδέπανα, με κυανόλευκες ρίγες και σταυρούς, με ημισελήνους,  με τα χρώματα του ουρανίου τόξου (ουπς), όλες ίδιες είναι, παντιέρες άρα σβάστικες. Εθνικιστές, αναρχικοί, κομουνιστές, δημοκράτες, ειρηνιστές (ουπς) είστε όλοι ναζί. Προσοχή, δε λέει «μπορούμε να γίνουμε όλοι ναζί, κανένας μας δεν εξαιρείται από αυτή την πιθανότητα» (κάτι το οποίο θα προσυπέγραφα με όλα μου τα άκρα), λέει πως είναι αδύνατο να υπάρξουν ιδέες και προτάγματα που θέτουν με σαφήνεια τα ίδια, εμμενώς τους όρους πραγμάτωσής τους· πως το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» είναι απαρέγκλιτος όρος. Το μωρό μαζί με τη μπανιέρα. Με άλλα λόγια δεν υπάρχουν καλές ή κακές προθέσεις, οι σημαίες δεν έχουν περιεχόμενο, είναι σημαίες, άρα σβάστικες.

Πρόκειται για μια φορμαλιστική ηθική που κρίνει μόνο εκ του αποτελέσματος (και πολλές φορές ούτε εξ αυτού). Η πρόθεση υποκαθίσταται ουσιαστικά από το αποτέλεσμα. Μέσα στη λογική αυτή για παράδειγμα ο κομουνισμός ταυτίζεται με το ναζισμό, ενώ μπορούμε όλοι να αντιληφθούμε ότι ο πρώτος εκκινεί από ανθρωπιστικές αφετηρίες ασχέτως αν στην πορεία μεταστρέφεται στο αντίθετό του. Το ίδιο ισχύει και για το χριστιανισμό. Χριστιανισμός δεν είναι μόνο η Ιερά Εξέταση ούτε μόνο ο Φραγκίσκος της Ασίζης. Αυτή η εκμηδενιστική λογική αγνοεί επίσης την ίδια την τραγική φύση της ανθρώπινης πράξης που αφημένη μέσα στον κυκεώνα της απροσδιοριστίας των ανθρωπίνων υποθέσεων μπορεί να αυτονομηθεί και να αντιστραφεί το νόημά της (βλ. π.χ. τον Οιδίποδα ή την αθηναϊκή τραγωδία στο σύνολό της). Αγνοεί ακόμα τη δυνατότητα του ανθρώπου να στέκεται και να σκέφτεται αυτό που κάνει, να αναστοχάζεται και να κρίνει αν αυτό που κάνει είναι σωστό ή όχι. Δεν υπάρχει ελευθερία, δεν υπάρχει ευθύνη (μόνο μια ηθική της ευθύνης μπορώ να φανταστώ πως θα μας έσώζε από ένα Άουσβιτς), ο άνθρωπος γίνεται μια μαριονέτα κινούμενη από τις άγνωστες αλλά θανατηφόρες βουλές των Μεγάλων Ιδεών.

Φυσικά, οι προθέσεις του συγγραφέα είναι απολύτως αγνές, ασχέτως αν η λογική προέκταση των θέσεών του τον αδικεί. Γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία. Ξεκινάει από μια ειλικρινή αγωνία βασισμένη στο αποκρουστικό θέαμα των ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα και καθοδηγούμενος από τη διαπίστωση ότι οι ιδεολογίες τυφλώνουν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στη διάπραξη λογής λογής εγκλημάτων (μικρών και μεγάλων) στο όνομα της αυτοκατάφασης ή των ιδεών που τάχα δικαιώνουν κάθε μέσο, φτάνει μέχρι τη γενίκευση και την υπερβολή. Προς τιμήν του, από τη γενίκευση δε γλιτώνει ούτε τον εαυτό του. Αυτοεκμηδενίζεται. Λέει μην ακούτε τι λέω,  είμαι κι εγώ ένας κόκκινος Χμερ, ένας Ες ες, υπηρέτης της Μεγάλης Ιδέας του εαυτού μου.  Είναι όμως στ’ αλήθεια;

Στο προσκλητήριο των ενόχων  ο Περικλής μπαίνει δίπλα στο Στάλιν και ο Χίμλερ δίπλα σε ένα μικρό παιδί που σκοτώνει μυρμήγκια. Έτσι στήνεται μια δίκη, οικοδομείται μια νέα (καλά, όχι και τόσο νέα) ηθική της ενοχής. Επειδή είμαστε όλοι ένοχοι και ένοχες, ουσιαστικά ένοχοι και ένοχες δεν υπάρχουν. Ένα νέο προπατορικό αμάρτημα ανατέλλει. Πρόκειται για τη δικαίωση των κατηγόρων του Γιόζεφ Κ. στη Δίκη του Κάφκα. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν είμαστε όλοι το ίδιο ένοχοι. Δε θα φτάσω προφανώς να πω πως είμαστε αθώοι. Για παράδειγμα, η ευημερία του Δυτικού κόσμου βασίζεται στην εκμετάλλευση του Τρίτου Κόσμου, σωστά· αλλά ποιος θα πει πως είναι απολύτως υποκριτής αυτός που λέει πως άμα ήταν στο χέρι του θα την άλλαζε αυτή την κατάσταση; Και πως προσπαθεί και σήμερα, τώρα να την αλλάξει παρότι αισθάνεται ήδη αρκετά αδύναμος γι’ αυτό;

Ο Μίλαν Κούντερα την είχε ψυλλιαστεί την ιστορία. Γράφει στις Προδομένες διαθήκες του: «Αν το πνεύμα της δίκης καταφέρει να εκμηδενίσει τον πολιτισμό αυτού του αιώνα, δεν θα μείνει πίσω μας παρά μια ανάμνηση των φρικαλεοτήτων, τραγουδισμένη από μια παιδική χορωδία». Μάλλον πρόκειται για σύμπτωση (ίσως και όχι) που μια παιδική χορωδία με τερατώδεις μάσκες πρωταγωνιστεί στο Κόψε-κόψε.

«Και τότε τι μένει; Μένει το κόψε-κόψε. Γιατί στο κουκούτσι κάθε πίστης και κάθε ελπίδας βρίσκεται το κόψε-κόψε», καταλήγει ο Τριαρίδης. Δεν υπάρχει διέξοδος απ’ αυτό. Είναι η ανθρώπινη φύση· «είμαστε άνθρωποι και χαλάμε ανθρώπους», έλεγε αλλού. C’est la vie. Το τέλος της ιστορίας, το μέλλον που πραγματώθηκε ήδη. Ας δούμε λίγη τηλεόραση τώρα.

Η ηθική του Τριαρίδη, όσο κι αν πασχίζει για το αντίθετο, αναγκαστικά ανάγεται σε ένα απόλυτο, εν προκειμένω στη φύση ή στην ιστορία. Αν δε με πιστεύετε, κοιτάχτε την ιστορία, θα έλεγε. Και η ιστορία είναι το πεδίο εκδίπλωσης της ανθρώπινης φύσης. Δεν έχουμε αντίρρηση, αν κοιτάξουμε την ιστορία θα δούμε (κυρίως) σφαγές, αλλά δε θα δούμε μόνο σφαγές. Ένα το κρατούμενο. Αλλά ακόμα κι αν βλέπαμε μόνο σφαγές, τίποτα δε μας λέει πως δε μπορούμε να αλλάξουμε την ιστορία, να σταματήσουμε ή να περιορίσουμε τις σφαγές. Ουπς, υπάρχει λίγη πίστη εδώ και λίγη ελπίδα, άρα σβάστικα. Κανένα το κρατούμενο. Μας μένει μόνο η τηλεόραση.

Υ.Γ. Φυσικά, το παραπάνω δεν αξιώνει να αναγνωσθεί ως βιβλιοπαρουσίαση. Είναι απλά μερικές σκέψεις που μου γέννησε το βιβλίο. Η φόρμουλα αυτή με έβγαλε από την αμηχανία να σχολιάσω ένα θεατρικό κείμενο (τέτοιο είναι το Κόψε-κόψε, μια εξωσχολική παράσταση), καθώς είμαι παντελώς ανίδεος για κάτι τέτοιο. Ο αναγνώστης μπορεί να το διαβάσει ο ίδιος για να μπορέσει ανεπιφύλακτα να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει.

Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα τεύχη του περιοδικού Μάγμα στον ιστότοπο του περιοδικού.