«Ζούμε μέσα στον τρόμο, γιατί η πειθώ έχει χάσει τη δύναμή της»
Αλμπέρ Καμύ, Κείμενα για την τρομοκρατία
Στην Ελλάδα των μετεμφυλιακών συνδρόμων, των συμπλεγμάτων ηρωισμού και της κυρίαρχης σταλινικής αριστεράς, η δημοκρατική πειθώ ήταν εξ ορισμού θνησιγενής. Τόσο σε φαντασιακό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο, είχε προλάβει να την υποσκελίσει η βίαιη επιβολή. Έτσι, και η δική μου γενιά αναγκάστηκε να αναζητήσει την εναλλακτική πρόταση (: τη δική της πειθώ μέσω της βίαιης επιβολής) σε πιο ριζοσπαστικούς χώρους, και κυρίως στον αναρχικό χώρο. Μια πρόταση που θα μας επέτρεπε να αυτονομηθούμε ανεμπόδιστα, χωρίς να λογοδοτούμε σε αόρατες ή ορατές ιεραρχίες, και να υλοποιούμε καθημερινά το ανθρωποκεντρικό μας όραμα.
Ωστόσο, αντί για τον ορίζοντα της ελευθερίας, ανακαλύπταμε διαρκώς ότι το κόκκινο που αντικρίζαμε στο δρόμο για τον επίγειο παράδεισο (: την πραγμάτωση της επανάστασης) δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αίμα. Είχαμε ταυτιστεί με τους αυτόκλητους τιμωρούς. Αφαιρούσαν τις ζωές εκείνες που «δεν άξιζαν»: τις ζωές των «άλλων». Εκείνες που τους παροτρύναμε εμείς οι ίδιοι να αφαιρούν (με τα συνθήματά μας, με τα κείμενά μας, με τον τυφλό φανατισμό μας), αφού δεν τολμούσαμε να λεκιάσουμε τα δικά μας χέρια. Αντί να ασκήσουμε σκληρή κριτική και να διαχωρίσουμε ρητά τη θέση μας, απλώς σιωπούσαμε. Είτε επειδή δειλιάζαμε είτε επειδή δεν θέλαμε να προδώσουμε τον μεταφυσικό σκοπό που μας ένωνε (τη μία και αδιαίρετη επανάσταση, που νομίζαμε πως είναι πάνω από τη ζωή). Ώσπου αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε τον εσωτερικό εχθρό…
20.11.2003: Ο αναρχικός Παναγιώτης Παπαδόπουλος (Κάιν) «απομακρύνεται από τα Προπύλαια». Με άλλα λόγια, δέρνεται αλύπητα (με δολοφονικά χτυπήματα στο κεφάλι) στο κέντρο της Αθήνας. Είχε τολμήσει να ταχθεί ρητά κατά της πολιτικής βίας. Δεν ήταν πλέον «δικός μας». Οι «δικοί μας» δεν του το συγχώρησαν ποτέ. Όσοι βρέθηκαν μπροστά στον ξυλοδαρμό, έμειναν απλοί θεατές, βουβοί χειροκροτητές. Οι υπόλοιποι αρκεστήκαμε στη διάψευση, τη δικαιολόγηση ή τη συγκάλυψη. Συμφωνήσαμε ότι είναι τυχερός που ζει. Με τη διάχυτη αμφιβολία αν του άξιζε να ζει ή όχι. Και δεν μιλήσαμε παραπάνω. Απλώς γνέψαμε συγκαταβατικά το κεφάλι. Ήμασταν σίγουροι ότι δεν έχουν όλες οι ζωές την ίδια αξία. Πόσο μάλλον οι ζωές των «άλλων». Εκείνων που δεν είναι πλέον (ή δεν ήταν ποτέ) «δικοί μας»…
Στα χρόνια που πέρασαν, συνεχίσαμε να παρελαύνουμε ναζιστικά, να απειλούμε ζωές (άλλωστε, «δεν έχουν όλες την ίδια αξία»…), να συναινούμε, να σιωπούμε, να χωρίζουμε μανιχαϊστικά τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, να επενδύουμε ιδεολογικά το απάνθρωπο φαντασιακό μας. Ζήσαμε τη δολοφονία του ειδικού φρουρού, κι ήταν και το δικό μας μίσος που όπλισε το χέρι των δολοφόνων. Κρατήσαμε ομήρους στο Πολυτεχνείο, εμείς, οι «υπέρμαχοι της ελευθερίας» και «εχθροί του εγκλεισμού». Λεηλατήσαμε ζωές. Μόνο που δεν ήταν «δικές μας».
06.12.2008: Ένας κτηνώδης δολοφόνος, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας, σκοτώνει τον Αλέξη Γρηγορόπουλο. Αυτή τη φορά, χάθηκε μια «δική μας» ζωή. Το όνομα του Γρηγορόπουλου έγινε σύνθημα για τη θρησκεία της εξέγερσης. Και το σύνθημα δεν άργησε να γίνει παράγγελμα. Ένα Wstavać του 21ου αιώνα. Όποιος δεν συμμορφώνεται, είναι προδότης. Όποιος το προφέρει, είναι γνήσιος επαναστάτης. Η ολική αποκτήνωση δεν θα αργούσε.
Ακόμη θυμάμαι τη στιγμή που φώναξα «Θάνατος» στο μνημόσυνο του Γρηγορόπουλου. Επανειλημμένα. Τέσσερις φορές. Κάθε φορά και πιο έντονα. Σαν το μαχαίρι που μπήγεται όλο και πιο βαθιά. Ώσπου είδα χιλιάδες άλλα πρόσωπα να συσπώνται, χιλιάδες άλλα μάτια να γυαλίζουν, χιλιάδες άλλα στόματα να ζητούν το «θάνατο». Κατάλαβα ότι το γνέψιμο είχε γίνει τώρα γροθιά ατσάλινη και απάνθρωπη, έτοιμη να μας συντρίψει όλους. Και έφυγα. Όπως είχαν φύγει πολύ νωρίτερα ο Κάιν και τόσοι άλλοι.
Από κείνον τον Δεκέμβρη του 2008, ο κόσμος στον οποίο για μια δεκαετία βρέθηκα και πίστεψα, μύριζε παντού θάνατο. Τα τάγματα εφόδου αναβίωναν τις «Νύχτες των κρυστάλλων»: επιδρομές στο Κολωνάκι, ξυλοδαρμοί και γιαουρτώματα «των υπευθύνων» (: πάντοτε των «άλλων»), ένοπλες ληστείες, επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα και στα ΜΑΤ, εμπρησμοί βιβλιοπωλείων. Η εκδίκηση είχε πλέον διαμορφωθεί ως κουλτούρα.
28.03.2010: Μια εκκωφαντική έκρηξη βόμβας διαμελίζει ένα 15χρονο παιδί, τον Χαμί Νατζάφι. Εξίσου εκκωφαντική ήταν και η σιωπή που ακολούθησε. Αρχίζει να πλανάται σιγά-σιγά το ερώτημα: «Τελικά, είμαστε με τη ζωή ή με το θάνατο;» Οι πρώτες απαντήσεις είναι μουδιασμένες, αλλά με κοινό παρονομαστή: «Εξαρτάται ποιος είναι ο δολοφόνος και ποιος το θύμα.» Οι ζωές ήταν ακόμα είτε «δικές μας» είτε «των άλλων». Όπως και οι θάνατοι. Η μούγγα απλωνόταν.
05.05.2010: Τέσσερις συνάνθρωποί μας (Αγγελική Παπαθανασοπούλου και το 4 μηνών βρέφος που κυοφορούσε, Παρασκευή Ζούλια, Επαμεινώνδας Τσακάλης) βρίσκουν τραγικό θάνατο. «Από αναθυμιάσεις», σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση των φασιστοειδών του Indymedia, στις 5 Μαΐου. «Από προβοκάτορες» που δεν έχουν καμία σχέση με την ανόθευτη εξεγερτική ορμή του λαού, σύμφωνα με τις διάφορες συλλογικότητες (ξεχνώντας ότι αυτή η ανόθευτη ορμή στήνει γκιλοτίνες με περισσή σπουδή). Από κάποιο λάθος, από την κακιά στιγμή, από μια εξαίρεση, και όχι από το αυγό του φιδιού που επωάσαμε όλοι εμείς οι ηθικοί αυτουργοί, όταν σιωπούσαμε, όταν συναινούσαμε, όταν δειλιάζαμε, όταν γνέφαμε συγκαταβατικά, όταν χωρίζαμε τις ζωές σε «δικές μας» και σε ζωές των «άλλων».
Το αίμα που χύθηκε εκατέρωθεν όλα αυτά τα χρόνια έγινε το μελάνι για το μεγάλο μαρτυρολόγιο της μεταπολίτευσης. Η επαναστατική-αγωνιστική αρετή προϋπέθετε θυσίες αντάξιες του μεγαλείου της· έτσι, φρόντισε να αυξάνονται (: να τις αυξάνει, είτε έμμεσα είτε άμεσα) με γεωμετρική πρόοδο. Η ζωή άρχισε να υπάγεται στους νόμους της στατιστικής, η οποία πλέον θα χρησίμευε ως εφαλτήριο για νέους αγώνες. Ο άνθρωπος αποπροσωποποιήθηκε και μετατράπηκε σε μέσο. Άλλωστε, η μεσσιανική λογική της εξέγερσης υπαγορεύει ότι ο σκοπός (η πάντοτε ορατή επανάσταση) αγιάζει τα μέσα. Όμως, η γνήσια ανθρωποκεντρική θεώρηση δεν αναγνωρίζει έσχατους σκοπούς, δεν επινοεί μεθόδους, δεν καταστρώνει σχέδια και δεν μετέρχεται μέσα. Δεν ντύνεται με χρώματα, δεν επενδύεται με ιδεολογίες και δεν ανεμίζει λάβαρα. Γιατί τότε γεμίζει βαγόνια με εχθρούς, χτίζει κρεματόρια και περιφράσσει σε συρματοπλέγματα. Αφού πρώτα φροντίσει χειρουργικά να κλείσει μέσα σε συρματοπλέγματα τις καρδιές των ανθρώπων.
Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα. Για τη μία και αδιαίρετη ζωή, που κανένα κριτήριο δεν είναι άξιο να τη διαχωρίζει και κανένα χέρι δεν νομιμοποιείται να την αφαιρεί. Για κάθε επανάσταση, που η μεσσιανική λαχτάρα για την Αποκάλυψή της δαιμονοποιεί το Άλλο και καθαγιάζει το Εγώ. Για κάθε κίνημα, που με την τυφλή ορμή του εξοντώνει αντιφρονούντες και στήνει αυτοσχέδια δικαστήρια. Να μιλήσουμε για ό,τι εμείς οι ίδιοι γεννήσαμε με τη σιωπή και τη συναίνεσή μας. Και να ονειρευτούμε από την αρχή, σαν ελεύθεροι άνθρωποι που αρνούνται να είναι είτε δήμιοι είτε θύματα.
Γιάννης Ευαγγέλου, 20.06.2010
