Οι εκδόσεις διάπυροΝ ξεκίνησαν μια μέρα του Νοεμβρίου του 2008. Ήταν περίπου μία εβδομάδα πριν από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, τα οποία άφησαν χαραγμένο πάνω μας, σαν πληγή που δεν κλείνει, το βίαιο, σχεδόν αποκρουστικό στίγμα τους. Το εκδοτικό σχήμα πλαισιώθηκε αμέσως από τον Θανάση Τριαρίδη, ο οποίος συνεχίζει έκτοτε να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή του. Ταυτόχρονα, με αγάπη και ανιδιοτέλεια στήριξαν το εγχείρημα και κάποιοι καλοί φίλοι, όπως ο μεταφραστής Διονύσης Παπαδουκάκης, o Θανάσης Πολλάτος, ο γραφίστας Κώστας Μηναΐδης και η ζωγράφος Έλλη Γρίβα.
Οι θεματικοί άξονες των εκδόσεων διάπυροΝ, όπως ίσως φαίνεται ενδεικτικά και στα βιβλία που πρόκειται να εκδοθούν, περιστρέφονται γύρω από τη μη βίαιη αντίσταση, την άρνηση του πολύμορφου τρόμου, τον αντιμιλιταρισμό, τους εθνικούς μύθους, την οικολογία, αλλά κυρίως γύρω από την ανθρώπινη ανάγκη.
Ένας από τους στόχους που τέθηκαν εξαρχής ήταν ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας. Τα έσοδα κάθε βιβλίου θα τροφοδοτούν το επόμενο βιβλίο ή/και υποθέσεις αλληλεγγύης (δηλαδή ανάγκης). Η κεντρική διάσταση, ωστόσο, ήταν και παραμένει η ρητή αντίθεση στη βία (όποιο πρόσωπο ή χρωματισμό κι αν έχει: είτε φαιό, είτε κόκκινο, είτε μαυροκόκκινο, είτε γαλανόλευκο). Ή μάλλον, για να ξεφύγουμε από το μοτίβο της άρνησης, η στόχευση ήταν και παραμένει διττή: αφενός, η ανάδειξη της ανθρώπινης ανάγκης (και η συν-παρουσία στον πόνο της), αφετέρου η ανεμπόδιστη ροή του λόγου (άρρηκτα ενωμένη με την αναγνώριση του ετέρου λόγου). Να κάνουμε ένα νεύμα στους δίπλα και στους απέναντι (για να έρθουν ή να πάμε δίπλα), χωρίς θόρυβο. Γιατί ακόμη και τα πιο ανθρωποκεντρικά συνθήματα μπορούν να γίνουν παραγγέλματα, κι οι πιο επαναστατικές φλόγες θεριεύουν και γίνονται πύρινες λαίλαπες που κατακαίουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Γιάννης Ευαγγέλου
Μέσα στο φως, ο κόσμος μένει η πρώτη κι η τελευταία μας αγάπη.
Τ’ αδέρφια μας αναπνέουν κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό μ’ εμάς,
η δικαιοσύνη είναι ζωντανή.
Τότε γεννιέται η παράξενη χαρά
που μας βοηθάει να ζούμε και να πεθαίνουμε,
και που δεν θα δεχτούμε πια να αναβάλουμε γι’ αργότερα.
(Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος)