Οι τρεις (εκ)ταφές του Μικλός Ραντνότι

Στην παρουσίαση της ποιητικής ανθολογίας του Ολοκαυτώματος* τις προάλλες, σημειώναμε ότι «το ουσιώδες στην ποίηση του Ολοκαυτώματος είναι το μήνυμα· είναι η στιγμή της συνάντησης του δημιουργού με τον φανταστικό αναγνώστη, ο οποίος δεν υφίσταται απλώς ως ιδέα ή υπόθεση, αλλά είναι ο απαραίτητος συνομιλητής και ο φορέας του μηνύματος». Τι γίνεται όμως όταν ο αναγνώστης δεν είναι φανταστικός; Όταν το μήνυμα φτάνει, έστω και καθυστερημένα, σε αυτόν που προοριζόταν ως παραλήπτης; Τι μπορεί να ήταν δηλαδή αυτό που αισθάνθηκε η σύζυγος του Ραντνότι όταν κλήθηκε να αναγνωρίσει τη σορό του, σχεδόν δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του; Σε ποιο σημείο τέμνεται η σιωπή των νεκρών με τη σπαρακτική αγωνία των ζωντανών, μπροστά στη θέα ενός πλέον αγνώριστου άψυχου σώματος; Μήπως δεν ήταν εκείνος; Άλλωστε, τα αντικείμενα που της έδειχναν αρχικά δεν ήταν δικά του. Ίσως στιγμιαία να ένιωσε ότι ο Μικλός ήταν ακόμη ζωντανός και ότι όλο αυτό ήταν ένας εφιάλτης που έφτανε στο τέλος του, εκεί όπου αχνόφεγγε ακόμη κάποια ελπίδα.
